επακτικός

ἐπακτικός, -ή, -όν (Α) [επάγω]
1. επαγωγικός, ο αναφερόμενος στην επαγωγή ή αυτός που γίνεται με επαγωγή
2. αυτός που διεγείρει, που παρακινεί ή που συμβάλλει, που συντελεί σε κάτι
3. ελκυστικός, θελκτικός, σαγηνευτικός, ευχάριστος.
επίρρ...
επακτικώς
επαγωγικώς, με επαγωγή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπακτικός — leading on masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπακτικώτερον — ἐπακτικός leading on adverbial comp ἐπακτικός leading on masc acc comp sg ἐπακτικός leading on neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπακτικῶν — ἐπακτικός leading on fem gen pl ἐπακτικός leading on masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπακτικόν — ἐπακτικός leading on masc acc sg ἐπακτικός leading on neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπακτικώτατα — ἐπακτικός leading on adverbial superl ἐπακτικός leading on neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπακτικώτατον — ἐπακτικός leading on masc acc superl sg ἐπακτικός leading on neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπακτικαί — ἐπακτικός leading on fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπακτικοῖς — ἐπακτικός leading on masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπακτικοί — ἐπακτικός leading on masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπακτικοῦ — ἐπακτικός leading on masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.